Χωρίς φίλτρο

«Πόθεν… αλλά όχι Έσχες»: Το ελληνικό παράδοξο ενός θεσμού που δεν απαντά ποτέ στο βασικό ερώτημα

Το «πόθεν έσχες» παρουσιάζεται ως ο θεσμός που εγγυάται τη διαφάνεια στην πολιτική ζωή. Στη θεωρία, υπόσχεται να αποκαλύπτει όχι μόνο τι κατέχει ένας πολιτικός, αλλά και από πού προήλθε η περιουσία του. Στην πράξη όμως, το σύστημα λειτουργεί σαν μια απλή απογραφή περιουσιακών στοιχείων, αφήνοντας το κρίσιμο ερώτημα αναπάντητο. Κι έτσι, κάθε χρόνο, οι πολίτες βλέπουν λίστες με ακίνητα, καταθέσεις και εισοδήματα, αλλά ποτέ την ουσία: πώς αποκτήθηκαν όλα αυτά.

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι ο νόμος ζητά κυρίως καταγραφή και όχι εξήγηση. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης περιορίζονται στο «τι έχεις», χωρίς να απαιτούν λεπτομερή τεκμηρίωση για το «πώς το απέκτησες». Η προέλευση των χρημάτων δηλώνεται συνήθως με γενικότητες, όπως «εισόδημα από μισθούς» ή «πωλήσεις ακινήτων», χωρίς να συνοδεύεται από αποδείξεις, συμβόλαια ή αναλυτικά στοιχεία. Έτσι, η εικόνα που παρουσιάζεται είναι επιφανειακή και συχνά ασαφής.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ο τρόπος ελέγχου. Οι αρμόδιες επιτροπές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα στοιχεία που δηλώνει ο ίδιος ο πολιτικός. Ο έλεγχος είναι συχνά τυπικός, όχι ουσιαστικός. Δεν γίνεται συστηματική διασταύρωση με τραπεζικά δεδομένα, ούτε αναδρομική σύγκριση εισοδημάτων και περιουσίας σε βάθος χρόνου. Αν δεν υπάρξει κάποια καταγγελία ή ένδειξη παρανομίας, η δήλωση περνά χωρίς να εξεταστεί πραγματικά το «πόθεν».

Ένα ακόμη ζήτημα είναι τα γνωστά «παραθυράκια». Περιουσία μπορεί να εμφανίζεται στο όνομα συζύγων, συγγενών ή εταιρειών. Μπορεί να μεταφέρεται μέσω δωρεών ή να κρύβεται πίσω από νομικά σχήματα που δεν ελέγχονται επαρκώς. Όλα αυτά δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η διαφάνεια είναι περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική.

Το αποτέλεσμα είναι ένα θεσμικό παράδοξο: έχουμε έναν μηχανισμό που ονομάζεται «πόθεν έσχες», αλλά στην ουσία λειτουργεί ως «έσχες χωρίς πόθεν». Ένα σύστημα που δείχνει τι έχει κάποιος, αλλά όχι αν το απέκτησε νόμιμα, ηθικά ή με τρόπο που δικαιολογείται από τα εισοδήματά του. Και όσο αυτό παραμένει έτσι, η κοινωνία θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις δηλώσεις με καχυποψία, θεωρώντας τες περισσότερο μια τυπική διαδικασία παρά ένα πραγματικό εργαλείο διαφάνειας.